Γιάννης #Ρίτσος, “Το ανέβασμα”
Καθόταν μέρες στο ξένο χωράφι, -όλο λογάριαζε
ν’ ανέβει κρυφά στη γυμνωμένη συκιά, να κοιτάξει
από ψηλά τον κόσμο, με την αίσθηση ενός φύλλου
ή ενός πουλιού -μα πάντα κάποιος θα περνούσε,
και πάντε ανέβαλλε για αργότερα.
Ένα δείλι,
κοίταξε ολόγυρα, -ερημιά- σκαρφάλωσε
στο πιο ψηλό κλαδί, και τότε ακούστηκαν
φωνές μες απ’ τους θάμνους: “Τι κάνεις εκεί πάνω;”,
φωνές μεγάλες, κι αποκρίθηκε: “Ένα σύκο,
είχε ένα τελευταίο σύκο”. Το κλαδί τσακίστηκε.
Τον σήκωσαν. Κρατούσε το δεξί του χέρι σφιχτοκλειδωμένο.
Όταν του ξέσφιξαν τα δάχτυλα, δε βρήκαν τίποτα.